facebook-twiter

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΛΕΞΤΕ ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣΕΙΡΑΣ

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018

Επιμένει ο Μητρόπουλος: Ιδού ο νόμος που δίνει αναδρομικά σε βουλευτές

Οι Έλληνες βουλευτές μπορούν πράγματι να αιτηθούν επιστροφή αναδρομικών βάσει νόμου του 2016, επιμένει ο εργατολόγος Αλέξης Μητρόπουλος, επισημαίνοντας ότι ο νόμος που επικαλέστηκε ο Νίκος Βούτσης για να τον διαψεύσει είναι στην πραγματικότητα αντισυνταγματικός.
Ο πρόεδρος της Βουλής υποστήριξε το πρωί πως εδώ και περίπου μια δεκαετία έχουν αποσυνδεθεί η βουλευτική αποζημίωση και οι αποδοχές των δικαστικών. «Αυτά είναι ανοησίες! Ανοησίες!», είπε ο πρόεδρος αναφερόμενος σε όσα είχε υποστηρίξει νωρίτερα ο κ. Μητρόπουλος, ο οποίος είχε διατελέσει αντιπρόεδρος της Βουλής επί ΣΥΡΙΖΑ. 
Απαντώντας, ο κ. Μητρόπουλος δηλώνει ότι ο κ. Βούτσης θα έπρεπε να γνωρίζει ότι ο εν λόγω νόμος είναι αντισυνταγματικός: «Όφειλε ο κ.Πρόεδρος της Βουλής να γνωρίζει ότι ο ν. 3691/2008 (άρθρο 57), που επιχείρησε την αποσύνδεση του μισθολογίου των δικαστών από τη βουλευτική "αποζημίωση", έχει κριθεί αντισυνταγματικός με τις υπ’αριθ. 478/2016 και 113/2017 αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου».
«Την αντισυνταγματικότητα της ανωτέρω διάταξης αναγνώρισε πανηγυρικά και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Βουλής που υπερψήφισε την κατάπτυστη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 4 (εδ. β-γ) του ν. 4387/2016 που διέταξε την καταβολή εκατομμυρίων αναδρομικών στους βουλευτές και τους κληρονόμους τους» επισήμανε ο κ. Πετρόπουλος.
Ως πρόεδρος της Ένωσης για την Υπεράσπιση της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους, ο εργατολόγος παραθέτει τις δύο αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και τη ρύθμιση του άρθρου 23 παρ. 4 εδ. β-γ του ν. 4387/2016, οι οποίες «δίνουν αποστομωτική απάντηση σε όσα δήλωσε ο κ.Πρόεδρος της Βουλής».
Η διάταξη για επιστροφή αναδρομικών σε βουλευτές
Άρθρο 23 παρ. 4 εδ. β-γ ν. 4387/2016
«4. α. (...)
β. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία καταβολής των αναδρομικών ποσών σύνταξης, που δικαιούνται συνταξιούχοι του Δημοσίου κατά το Ν.Δ. 99/1974 (Α΄ 295), καθώς και οι κληρονόμοι τους, λόγω της αναπροσαρμογής των συντάξεών τους με βάση τις διατάξεις του άρθρου 57 του Ν. 3691/2008 (Α΄ 166), σε εκτέλεση τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων.
γ. Αναδρομικά ποσά συντάξεων τα οποία καταβάλλονται σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, συμψηφίζονται με τυχόν ποσά που οφείλει ο δικαιούχος στο Δημόσιο.».
Αριθμός απόφασης: 478/2016 ΕΣΟλ
Πρόεδρος: Νικόλαος Αγγελάρας.
Δικαστές: Α. Θεοτοκάτου, Γ. Καλαμπαλίκη, Μ. Βλαχάκη (Αντιπρόεδροι), Γ. Βοΐλης, Γ. Μαραγκού, Μ. Αθανασοπούλου, Ε. Λυκεσά, Ε.-Ε. Κουλουμπίνη, Κ. Ζώη, Δ. Καββαδία-Κωνσταντάρα, Γ. Τζομάκα, Σ. Λεντιδάκης, Θ. Γναρδέλλη (Εισηγήτρια), Κ. Εφεντάκης, Β. Σοφιανού, Δ. Τζούμα, Ε. Παπαθεοδώρου, Β. Σκεύη, Α. Μαυρουδή, Α. Πανουτσακοπούλου, Δ. Τσακανίκας, Β. Προβίδη (Σύμβουλοι).
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Μιχαήλ Ζυμής.
[…] 2. Με την υπό κρίση αίτηση το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει την αναίρεση της 2536/2012 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία ακύρωσε την 73310/9.6.2009 πράξη (έγγραφο) της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και ανέπεμψε το συνταξιοδοτικό φάκελο του αναιρεσίβλητου, συνταξιούχου βουλευτή, για να αναπροσαρμόσει από 1.1.2008 τη σύνταξή του, σύμφωνα με τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, όπως αυτές καθορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008.
3. Το ν.δ. 99/1974 «περί συνταξιοδοτήσεως των Προέδρων ή Αντιπροέδρων Κυβερνήσεως, των Βουλευτών, ως και των οικογενειών αυτών» (Α΄ 295) ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι «Δικαιούνται ισοβίου συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου οι διατελέσαντες και εφ’ εξής διατελούντες Βουλευταί επί τέσσαρα (4) τουλάχιστον πλήρη έτη, συνεχώς ή διακεκομμένως» και στο άρθρο 4 παρ. 2, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1694/1987, ότι «Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης των προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 99/1974 ορίζεται στο ένα τέταρτο του συνόλου της βουλευτικής αποζημίωσης που καταβάλλεται εκάστοτε. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά ποσοστό 25 τοις εκατό για κάθε πλήρες έτος βουλευτείας μέχρι το δέκατο έτος και κατά ποσοστό 10 τοις εκατό για κάθε επιπλέον πλήρες έτος βουλευτείας πέραν του δεκάτου έτους. Σε καμιά περίπτωση το ποσό της μηνιαίας σύνταξης δεν μπορεί να είναι ανώτερο του 80 τοις εκατό του συνόλου της βουλευτικής αποζημίωσης». Συναφώς, στο άρθρο 8 του Ζ΄ Ψηφίσματος του 1975, με το οποίο δεν μεταβλήθηκε το ειδικό σύστημα υπολογισμού της βουλευτικής σύνταξης, ορίζεται επίσης ότι «Η σύνταξις των περί ων το άρθρον 1 και η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 99/74 λογίζεται βάσει της εκάστοτε καταβαλλομένης βουλευτικής αποζημιώσεως. Εν ουδεμία περιπτώσει το ποσόν της ανωτέρω καταβαλλομένης μηνιαίας συντάξεως δύναται να είναι ανώτερον του 80% της μηνιαίας βουλευτικής αποζημιώσεως…». Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση της Βουλής, που ελήφθη, σε εκτέλεση του άρθρου 75 παρ. 1 του Συντάγματος του 1952, κατά την ΚΔ΄/22.12.1964 Συνεδρίασή της και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ζ΄/1975 Ψηφίσματος (Α΄ 23), «η μηνιαία βουλευτική αποζημίωσις είναι ίση προς το σύνολον των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού». Τέλος, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος (ταυτόσημου περιεχομένου με εκείνο του άρθρου 75 παρ. 1 του Συντάγματος του 1952), οι βουλευτές, για την άσκηση του λειτουργήματός τους, δικαιούνται από το Δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες, το ύψος των οποίων καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής. Από τη συνταγματική αυτή διάταξη συνάγεται ότι στους βουλευτές καταβάλλεται από το Δημόσιο αποζημίωση για την αποστέρηση, λόγω της απασχόλησής τους με την ενάσκηση του βουλευτικού λειτουργήματος και της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό, των ωφελημάτων από την επαγγελματική τους ενασχόληση, καθώς και για την κάλυψη των δαπανών που συνεπάγονται τα βουλευτικά τους καθήκοντα. Συνεπώς, η καταβαλλόμενη στους βουλευτές κατά μήνα αποζημίωση δεν έχει τα εννοιολογικά στοιχεία του μισθού, που αποτελεί χρηματική κατά κανόνα αντιπαροχή, καταβαλλόμενη στον εργαζόμενο για ορισμένη εργασία από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ωφελείται από την παροχή της, αλλά αποβλέπει στην κάλυψη των οικονομικών συνεπειών από την απομάκρυνση του βουλευτή από το επαγγελματικό και βιοποριστικό γενικά έργο του και την αποκλειστική του απασχόληση με το λειτούργημά του (βλ. σχετ. Ολομ. Ελ. Συν. 3/2013, 183/1993). Ο καθορισμός του ποσού της βουλευτικής αποζημίωσης και των δαπανών έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της εσωτερικής αυτονομίας της Βουλής, στην αποκλειστική αρμοδιότητά της και καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας αυτής, και όχι με νόμο. Η βουλευτική αποζημίωση καθορίστηκε υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1952 με την απόφαση της Βουλής της 22ας Δεκεμβρίου 1964, με την οποία το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης προσδιορίστηκε με παραπομπή στις νόμιμες αποδοχές του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού, που είναι ο Πρόεδρος των Ανωτάτων Δικαστηρίων του Κράτους, υπό την έννοια ότι η βουλευτική αποζημίωση εξισώνεται με τις αποδοχές αυτές, όπως κάθε φορά καθορίζονται από τις κείμενες διατάξεις. Η απόφαση αυτή της Βουλής διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος του 1975, οι διατάξεις του οποίου μπορούν κατά το άρθρο 12 παρ. 2 αυτού και το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος να καταργηθούν με «νόμο». Ως νόμος δε που μπορεί να καταργήσει τις δι- ατάξεις του Ψηφίσματος αυτού νοείται αφενός μεν η απόφαση της Ολομέλειας ή ο Κανονισμός της Βουλής αναφορικά με τις διατάξεις που ρυθμίζουν το ποσό της αποζημίωσης και των δαπανών που καταβάλλονται στους βουλευτές, εφόσον κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του Συντάγματος το ύψος τους καθορίζεται, στο πλαίσιο της εσωτερικής αυτονομίας της Βουλής, με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, αφετέρου δε ο τυπικός νόμος αναφορικά με τις λοιπές διατάξεις του Ψηφίσματος (βλ. και Συνταγματικό Δίκαιο του Αθανάσιου Ράικου, τομ. Α΄, σελ. 69 επ., Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου του Ευάγγελου Βενιζέλου, σελ. 521). Ακολούθως, η σύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού έχει ως συνέπεια ότι κάθε μεταβολή των συνολικών μηνιαίων αποδοχών αυτού, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως επιδομάτων και προσαυξήσεων, επιφέρει αυτοδικαίως την άμεση αντίστοιχη μεταβολή του ύψους της βουλευτικής αποζημίωσης, που αποτελεί και τη βάση προσδιορισμού της βουλευτικής σύνταξης. Επομένως, οποιαδήποτε μεταβολή των μηνιαίων αποδοχών του Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, αφού επηρεάζει αμέσως το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης, συνεπάγεται και την αντίστοιχη μεταβολή της καθοριζόμενης, σε ποσοστό επί της βουλευτικής αποζημίωσης, σύνταξης όσων διετέλεσαν βουλευτές (βλ. Ολομ. Ελ. Συν. 3/2013, 1505/2001, 183/1993 και Πρακτικά 26ης Γεν. Συν./17.9.1986).
4. Στο άρθρο 57 του ν. 3691/2008 (Α΄ 166) ορίζεται ότι: «1. … β. Ο βασικός μισθός του Πρωτοδίκη (άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 3205/2003, όπως ισχύει) ορίζεται, από 1.1.2008, σε δύο χιλιάδες εξήντα επτά (2.067) ευρώ. 2. Οι περιπτώσεις α΄ έως και ζ΄ της παρ. A3 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.1.2008 ως εξής: «α. Ειρηνοδίκες Γ΄ και Δ΄ Τάξης, Δόκιμος Εισηγητής του ΣτΕ και αντίστοιχοι πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ. β. Εισηγητής του ΣτΕ και αντίστοιχοι επτακόσια ογδόντα (780) ευρώ. γ. Πρόεδρος Πρωτοδικών και αντίστοιχοι εννιακόσια (900) ευρώ. δ. Πάρεδρος του ΣτΕ και αντίστοιχοι εννιακόσια πενήντα (950) ευρώ. ε. Πρόεδρος Εφετών, Σύμβουλος της Επικρατείας και αντίστοιχοι χίλια (1.000) ευρώ. στ. Αντιπρόεδρος και αντίστοιχοι χίλια πενήντα (1.050) ευρώ. ζ. Πρόεδρος και αντίστοιχοι χίλια εκατό (1.100) ευρώ». 3.α. Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της παρ. Α5 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.1.2008, ως ακολούθως: «Για δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών και αντίστοιχων μέχρι και το βαθμό του Προέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου εννιακόσια πενήντα (950) ευρώ. Για δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του Ειρηνοδίκη Δ΄ Τάξης μέχρι και το βαθμό του Εισηγητή του ΣτΕ και αντίστοιχων επτακόσια ενενήντα έξι (796) ευρώ». β. Μετά την παράγραφο Α6 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: «7. Τα ποσά των παραγράφων 3 και 5 αναπροσαρμόζονται κατ’ έτος αυτόματα, με αφετηρία την 1.1.2009, σύμφωνα με το ποσοστό της εκάστοτε εισοδηματικής πολιτικής». 4. Η παρ. Α6 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίσταται, από 1.1.2008, ως εξής: «Α6. Αποζημίωση εξόδων παράστασης στους δικαστές που φέρουν βαθμό Προέδρου, Αντιπροέδρου και Συμβούλου Επικρατείας ή αντίστοιχους, οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής: Πρόεδρος ΣτΕ και αντίστοιχοι τριακόσια (300) ευρώ. Αντιπρόεδρος ΣτΕ και αντίστοιχοι διακόσια (200) ευρώ. Σύμβουλος Επικρατείας και αντίστοιχοι εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Η αποζημίωση αυτή δεν παρέχεται σε δικαστικούς λειτουργούς που δεν φέρουν τους ανωτέρω βαθμούς, ανεξαρτήτως της τυχόν μισθολογικής εξομοίωσης προς αυτούς». … 11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής της διαφοράς αποδοχών που απορρέει από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.12.2008 προς τους δικαστικούς λειτουργούς, καθώς και τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εν ενεργεία και συνταξιούχους όλων των βαθμίδων. 12. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται σε όσους εξομοιώνονται μισθολογικά με δικαστικούς λειτουργούς, ή με μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Όπου στην κείμενη νομοθεσία υπάρχουν διατάξεις που παραπέμπουν για τον καθορισμό αποδοχών στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αυτές θεωρούνται ότι παραπέμπουν στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί μέχρι και την ισχύ του ν. 3670/2008 (ΦΕΚ 117 Α΄)». Με τις ανωτέρω διατάξεις αυξήθηκαν από 1.1.2008 οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η αύξηση αυτή των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών επιφέρει αυτοδικαίως, από την ίδια ημερομηνία, αντίστοιχη αύξηση της βουλευτικής αποζημίωσης και κατ’ επέκταση της βουλευτικής σύνταξης, αφού η μεν βουλευτική αποζημίωση, σύμφωνα με την απόφαση της Βουλής που ελήφθη κατά την ΚΔ΄/22.12.1964 Συνεδρίασή της και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος του 1975, ανέρχεται στο ύψος του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, η δε βουλευτική σύνταξη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ν.δ. 99/1974, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 1694/1987, καθορίζεται σε ποσοστό επί της καταβαλλόμενης κάθε φορά βουλευτικής αποζημίωσης, της αποζημίωσης δηλαδή που κατά το Σύνταγμα και το νόμο δικαιούνται κάθε φορά οι εν ενεργεία βουλευτές, προσαυξανόμενη (η σύνταξη) ανάλογα με τα έτη βουλευτείας. Η δε διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, σύμφωνα με την οποία δεν έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού για την αύξηση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σε όσους «εξομοιώνονται μισθολογικά» με αυτούς, δεν καταλαμβάνει τους βουλευτές, καθόσον αυτοί δεν μπορεί να θεωρηθούν ως «μισθολογικά εξομοιούμενοι» με δικαστικούς λειτουργούς, δεδομένου αφενός μεν ότι σ’ αυτούς καταβάλλεται αποζημίωση, και όχι μισθός, αφετέρου δε ότι η διασύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού, που στηρίζεται αποκλειστικά στη διατηρηθείσα σε ισχύ από 22.12.1964 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, αφορά στον προσδιορισμό και μόνο του ύψους αυτής. Άλλωστε, δεν θα μπορούσε ο κοινός νομοθέτης να αποσυνδέσει το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης από τις αποδοχές που προ- βλέπονται κάθε φορά για τους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων, δοθέντος ότι κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του Συντάγματος για τον καθορισμό του ύψους της βουλευτικής αποζημίωσης απαιτείται απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, και δεν αρκεί διάταξη τυπικού νόμου. Αντίθετο επιχείρημα δεν θα μπορούσε να αντληθεί ούτε από τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 του Συντάγματος, καθόσον η αποδοχή της δυνατότητας τροποποίησης ή κατάργησης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος του 1975 με τυπικό νόμο, και όχι με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, θα οδηγούσε σε ευθεία αντίθεση τη μεταβατική αυτή διάταξη με την πάγια ρύθμιση του άρθρου 63 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. Ολομ. Ελ. Συν. 1155, 1157, 2936, 2937, 2938, 2942, 2943, 3407/2015).
5. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Τμήμα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Στον αναιρεσίβλητο, πρώην βουλευτή, με την 4748/2005 πράξη της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους κανονίστηκε από 27.12.2010 (ημερομηνία που συμπληρώνει το 65ο έτος της ηλικίας του) βουλευτική σύνταξη με βάση τον από έτη 10-2-11 συνολικό χρόνο βουλευτείας του. Στη συνέχεια, αφού ελήφθη υπόψη η ../Α/15.2.2008 γνωμάτευση της Α.Σ.Υ.Ε., σύμφωνα με την οποία αυτός είναι σωματικώς ανίκανος για εργασία σε ποσοστό 70%, επανακανονίστηκε η βουλευτική του σύνταξη, κατόπιν συνυπολογισμού στον ως άνω χρόνο βουλευτείας του και του από 25.8.1996 έως 21.9.1996 (ημέρες 27) χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο αυτός διετέλεσε Υφυπουργός, βάσει της από έτη 10-3-8 συνολικής συντάξιμης υπηρεσίας του, ορίσθηκε δε η σύνταξή του πληρωτέα από 11.12.2007. Με την από 1.6.2009 αίτησή του προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (αριθμ. πρωτ. 73310/3.6.2009) ο εκκαλών, επικαλούμενος τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, με τις οποίες αυξήθηκαν από 1.1.2008 οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, ζήτησε την αναπροσαρμογή της σύνταξής του από 1.1.2008 με βάση το σύνολο των αποδοχών των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε, με την 73310/9.6.2009 πράξη (έγγραφο) της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις του ως άνω άρθρου 57 του ν. 3691/2008 δεν εφαρμόζονται σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου αυτού σε όσους εξομοιώνονται μισθολογικά με δικαστικούς λειτουργούς, γεγονός που συνεπάγεται σε αντιδιαστολή με το άρθρο 7 παρ. 3 του προϊσχύσαντος ν. 2521/1997 για το ειδικό μισθολόγιο των δικαστικών λειτουργών, με το οποίο προβλεπόταν ότι «οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος της Βουλής του 1975 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του νόμου αυτού εφαρμόζονται στο ακέραιο από τη δημοσίευσή του», ότι τροποποιήθηκε, επιτρεπτώς κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος, ο υπολογισμός της μηνιαίας βουλευτικής αποζημίωσης. Έφεσή του κατά της απορριπτικής αυτής πράξης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την οποία ζήτησε την ακύρωσή της και την από 1.1.2008 και εφεξής αναπροσαρμογή της σύνταξής του σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, έγινε δεκτή με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αναπέμφθηκε ο συνταξιοδοτικός του φάκελος στην αρμόδια (43η) Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για να αναπροσαρμόσει από 1.1.2008 τη βουλευτική σύνταξή του, σύμφωνα με τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, όπως αυτές καθορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008. Αυτά δεχθέν το δικάσαν Τμήμα δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των κρίσιμων διατάξεων, όπως αβασίμως υποστηρίζει με την κρινόμενη αίτησή του το Ελληνικό Δημόσιο, αφού, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, εφόσον αυξήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008 από 1.1.2008 οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, δικαιούνται και οι συνταξιούχοι βουλευτές αντίστοιχη κατ’ αύξηση αναπροσαρμογή της σύνταξής τους από την ίδια ως άνω ημερομηνία με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ν.δ. 99/1974, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 1694/1987, σε συνδυασμό με τη διατηρηθείσα σε ισχύ από 22.12.1964 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής. Αβασίμως δε υποστηρίζεται με την ένδικη αίτηση ότι με την παρ. 12 του άρθρου 57 του ν. 3691/2008 τροποποιήθηκε, επιτρεπτώς κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος και το άρθρο 12 παρ. 2 του Ζ΄ Ψηφίσματος της Βουλής του 1975, ο υπολογισμός της βουλευτικής αποζημίωσης, για τον οποίο πλέον λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί με τις διατάξεις του ν. 2521/1997 και του ν. 3205/2003. Και τούτο, διότι οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος της Βουλής του 1975, με το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, που ελήφθη κατά την ΚΔ΄/22.12.1964 Συνεδρίασή της και σύμφωνα με την οποία «η μηνιαία βουλευτική αποζημίωση είναι ίση προς το σύνολον των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού», μπορούν να τροποποιηθούν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 1 και 111 παρ. 2 του Συντάγματος, μόνο με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, και όχι με τυπικό νόμο. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης κατά το μέρος που δεν ερευνήθηκε ποια είναι η πράγματι καταβληθείσα αποζημίωση στους εν ενεργεία βουλευτές κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, καθόσον είναι νομικώς αδιάφορο αν πράγματι καταβλήθηκε στους εν ενεργεία βουλευτές αποζημίωση ανερχόμενη στο ύψος των συ- νολικών αποδοχών Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με το άρθρο 57 του ν. 3691/2008. Κρίσιμο εν προκειμένω είναι ότι κατά το Σύνταγμα και το νόμο δεν έχει μεταβληθεί ούτε η διασύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως αυτή έχει θεσπιστεί, στο πλαίσιο της αυτονομίας της Βουλής, με την απόφαση της Ολομέλειάς της, που ελήφθη κατά την ΚΔ΄/22.12.1964 Συνεδρίασή της, ούτε ο τρόπος υπολογισμού της βουλευτικής σύνταξης, όπως αυτός έχει καθοριστεί με το ν.δ. 99/1974.
6. Κατ’ ακολουθία αυτών που προηγουμένως κρίθηκαν, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
----------------------------------
Αριθμός 113/2017, Ολομέλειας ΕΣ (Α` Σύνθεση)
Προεδρεύουσα: Φλωρεντία Καλδή, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια: Δέσποινα Τζούμα, Σύμβουλος
Γενικός Επίτροπος Επικράτειας: Μιχαήλ Ζυμής 
I.        ...
II. Με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 4364/2013 απόφασης του II Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία ακυρώθηκε η 93396/09/22.7.2009 πράξη του Διευθυντή της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.) και αναπέμφθηκε ο συνταξιοδοτικός φά¬κελος της αναιρεσίβλητης, χήρας συνταξιούχου βουλευτή, στην αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ., προ- κειμένου να αναπροσαρμόσει την κατά μεταβίβαση βουλευτική σύνταξή της, από 1.1.2008, με βάση τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008.
III. Το ν.δ. 99/1974 «Περί συνταξιοδοτήσεως των Προέδρων ή Αντι¬προέδρων Κυβερνήσεως, των Βουλευτών, ως και των οικογενειών αυτών» (Α` 295) ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι: «Δικαιούνται ισοβίου συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου οι διατελέσαντες και εφΆ εξής διατελούντες Βουλευταί επί τέσσαρα (4) τουλάχιστον πλήρη έτη, συνεχώς ή διακεκομμένως» και στο άρ¬θρο 4 παρ. 2, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1694/1987 (Α` 35), ότι: «Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης των προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 99/1974 ορίζεται στο ένα τέταρτο του συνόλου της βουλευ¬τικής αποζημίωσης που καταβάλλεται εκάστοτε. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά ποσοστό 25 τοις εκατό για κάθε πλήρες έτος βουλευτείας μέχρι το δέκα¬το έτος και κατά ποσοστό 10 τοις εκατό για κάθε επιπλέον πλήρες έτος βου¬λευτείας πέραν του δεκάτου έτους. Σε καμιά περίπτωση το ποσό της μηνιαίας σύνταξης δεν μπορεί να είναι ανώτερο του 80 τοις εκατό του συνόλου της βουλευτικής αποζημίωσης». Συναφώς, στο άρθρο 8 του Ζ` Ψηφίσματος της 17/18.2.1975 (Α` 23), με το οποίο δεν μεταβλήθηκε το ειδικό σύστημα υπολο¬γισμού της βουλευτικής σύνταξης, ορίζεται ότι: «Η σύνταξις των περί ων το άρθρον 1 και η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 99/74 λογίζεται βάσει της εκάστοτε καταβαλλόμενης βουλευτικής αποζημιώσεως. Εν ουδεμία περιπτώσει το ποσόν της ανωτέρω καταβαλλόμενης μηνιαίας συντάξεως δύναται να είναι ανώτερον του 80% της μηνιαίας βουλευτικής αποζημιώσεως (...)». Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση της Βουλής, που ελήφθη, σε εκτέλεση του άρθρου 75 παρ. 1 του Συντάγματος του 1952, κατά την ΚΔ722.12.1964 Συνεδρίασή της και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 του ως άνω Ζ` Ψηφίσματος, «η μηνιαία βουλευτική αποζημίωσις είναι ίση προς το σύνολον των, μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδο¬μάτων και προσαυξήσεων) του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού». Τέλος, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος (ταυτόσημου περιεχομέ¬νου με εκείνο του άρθρου 75 παρ. 1 του Συντάγματος του 1952), οι βουλευτές, για την άσκηση του λειτουργήματος τους, δικαιούνται από το Δημόσιο αποζη¬μίωση και δαπάνες, το ύψος των οποίων καθορίζεται με απόφαση της Ολομέ¬λειας της Βουλής. Από την τελευταία συνταγματική διάταξη προκύπτει ότι στους βουλευτές καταβάλλεται από το Δημόσιο αποζημίωση για την αποστέ- ρηση των ωφελημάτων από την επαγγελματική τους ενασχόληση, λόγω της απασχόλησής τους με την ενάσκηση του βουλευτικού λειτουργήματος και της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό, καθώς και για την κάλυψη των δαπανών που συνεπάγονται τα βουλευτικά τους καθήκοντα. Συ¬νεπώς, η καταβαλλόμενη στους βουλευτές κατά μήνα αποζημίωση δεν έχει τα εννοιολογικά στοιχεία του μισθού, που αποτελεί χρηματική, κατά κανόνα, α¬ντιπαροχή, καταβαλλόμενη στον εργαζόμενο για ορισμένη εργασία από το φυ¬σικό ή νομικό πρόσωπο που ωφελείται από την παροχή της, αλλά αποβλέπει στην κάλυψη των οικονομικών συνεπειών από την απομάκρυνση του βουλευ¬τή από το επαγγελματικό και βιοποριστικό γενικά έργο του και την αποκλει¬στική απασχόλησή του με το λειτούργημά του (βλ. Ολομ. Ελ.Συν. 183/1993, 3/2013). Ο καθορισμός του ποσού της βουλευτικής αποζημίωσης και των δα¬πανών έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της εσωτερικής αυτονομίας της Βουλής, στην αποκλειστική αρμοδιότητά της και καθορίζεται με απόφαση της Ολομέ¬λειας αυτής, και όχι με νόμο. Υπό την ισχύ δε του Συντάγματος του 1952, η βουλευτική αποζημίωση καθορίστηκε με την απόφαση της Βουλής της 22ας Δεκεμβρίου 1964, με την οποία το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης προσ-διορίστηκε με παραπομπή στις νόμιμες αποδοχές του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού, που είναι ο Πρόεδρος των Ανώτατων Δικαστηρίων του Κράτους, υπό την έννοια ότι η βουλευτική αποζημίωση εξισώνεται με τις αποδοχές αυ¬τές, όπως κάθε φορά καθορίζονται από τις κείμενες διατάξεις. Η απόφαση αυ¬τή της Βουλής διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 του Ζ` Ψηφίσματος του 1975, οι διατάξεις του οποίου μπορούν, κατά το άρθρο 12 παρ. 2 αυτού και το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος, να καταργηθούν με «νόμο». Ως νόμος που μπορεί να καταργήσει τις διατάξεις του ως άνω Ψηφίσματος νοείται αφενός μεν η απόφαση της Ολομέλειας ή ο Κανονισμός της Βουλής, αναφορικά με τις διατάξεις που ρυθμίζουν το ποσό της αποζημίωσης και των δαπανών που κα¬ταβάλλονται στους βουλευτές, αφού, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του Συντάγμα¬τος, στο πλαίσιο της εσωτερικής αυτονομίας της Βουλής το ύψος τους καθορί¬ζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, αφετέρου δε ο τυπικός νόμος, αναφορικά με τις λοιπές διατάξεις του Ψηφίσματος. Ακολούθως, η σύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές του Ανώτατου Δικα¬στικού Λειτουργού έχει ως συνέπεια ότι κάθε μεταβολή των συνολικών μη¬νιαίων αποδοχών αυτού, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσης επιδομάτων και προσαυξήσεων, επιφέρει αυτοδικαίως την άμεση αντίστοιχη μεταβολή του ύψους της βουλευτικής αποζημίωσης, που αποτελεί και τη βάση προσδιορι¬σμού της βουλευτικής σύνταξης. Επομένως, οποιαδήποτε μεταβολή των μη¬νιαίων αποδοχών του Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, αφού επηρεάζει α-μέσως το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης, συνεπάγεται και την αντίστοιχη μεταβολή της καθοριζόμενης, σε ποσοστό επί της βουλευτικής αποζημίωσης, σύνταξης όσων διετέλεσαν βουλευτές (βλ. Ολομ. Ελ.Συν. 183/1993, 1505/ 2001, 3/2013 και Πρακτικά 26ης Γεν. Συν./17.9.1986).
Περαιτέρω, στο άρθρο 57 του ν. 3691/2008 (Α` 166) ορίζεται ότι: «1. α. (...) β. Ο βασικός μισθός του Πρωτόδικη (άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 3205/2003, όπως ισχύει) ορίζεται, από 1.1.2008, σε δύο χιλιάδες εξήντα επτά (2.067) ευρώ. 2. Οι περιπτώσεις α` έως και ζ` της παρ. A3 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.1.2008 ως εξής: α. Ειρηνοδίκες Γ` και Δ` Τάξης, Δόκιμος Εισηγητής του ΣτΕ και αντίστοιχοι πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ. β. Εισηγητής του ΣτΕ και αντίστοιχοι επτακόσια ογδόντα (780) ευρώ. γ. Πρόεδρος Πρωτοδικών και αντίστοιχοι εννιακόσια (900) ευρώ. δ. Πάρεδρος του ΣτΕ και αντίστοιχοι εννιακόσια πενήντα (950) ευρώ. ε. Πρόεδρος Εφετών, Σύμβουλος της Επικράτειας και αντίστοιχοι χίλια (1.000) ευρώ. στ. Αντιπρόε¬δρος και αντίστοιχοι χίλια πενήντα (1.050) ευρώ. ζ. Πρόεδρος και αντίστοιχοι χίλια εκατό (1.100) ευρώ. 3. α. Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της παρ. Α5 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.1.2008, ως ακολούθως: Για δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών και αντίστοιχων μέχρι και το βαθμό του Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου εννιακόσια πενήντα (950) ευρώ. Για δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του Ειρηνοδίκη Δ` Τάξης μέχρι και το βαθμό του Εισηγητή του ΣτΕ και αντίστοιχων επτακόσια ενενήντα έξι (796) ευρώ, β. Μετά την παράγραφο Α6 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: 7. Τα ποσά των παραγράφων 3 και 5 αναπροσαρμόζονται κατ έτος αυτόματα, με αφετηρία την 1.1.2009, σύμφωνα με το ποσοστό της εκάστοτε εισοδηματικής πολιτικής . 4. Η παρ. Α6 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίσταται, από 1.2008, ως εξής: Α6. Αποζημίωση εξόδων παράστασης στους δικαστές που φέρουν βαθμό Προέδρου, Αντιπροέδρου και Συμβούλου Επικράτειας ή αντίστοίχους, οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής: Πρόεδρος ΣτΕ και αντίστοιχοι τρια-κόσια (300) ευρώ. Αντιπρόεδρος ΣτΕ και αντίστοιχοι διακόσια (200) ευρώ. Σύμβουλος Επικράτειας και αντίστοιχοι εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Η αποζημίωση αυτή δεν παρέχεται σε δικαστικούς λειτουργούς που δεν φέρουν τους ανωτέρω βαθμούς, ανεξαρτήτως της τυχόν μισθολογικής εξομοίωσης προς αυ¬
τούς. (...) 11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομι¬κών και Δικαιοσύνης καθορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής της δια¬φοράς αποδοχών που απορρέει από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.12.2008 προς τους δικαστικούς λειτουργούς, καθώς και τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλί¬ου του Κράτους, εν ενεργεία και συνταξιούχους όλων των βαθμιδών. 12. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται σε όσους εξομοιώνονται μισθολογικά με δικαστικούς λειτουργούς ή με μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Όπου στην κείμενη νομοθεσία υπάρχουν διατάξεις που παραπέμπουν για τον καθορισμό αποδοχών στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αυτές θεωρούνται ότι παραπέμπουν στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί μέχρι και την ισχύ του ν. 3670/2008 (...)». Με τις ανωτέρω διατάξεις αυξήθηκαν, από 1.1.2008, οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η αύξηση αυτή των απο¬δοχών των δικαστικών λειτουργών επιφέρει αυτοδικαίως, από την ίδια ημερο¬μηνία, αντίστοιχη αύξηση της βουλευτικής αποζημίωσης και, κατ επέκταση, της βουλευτικής σύνταξης, αφού η μεν βουλευτική αποζημίωση ανέρχεται στο ύψος του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, η δε βουλευτική σύνταξη καθορίζεται σε ποσοστό επί της καταβαλλόμενης κάθε φορά βουλευτικής αποζημίωσης, δηλαδή της αποζημίωσης που κατά το Σύνταγμα και τον νόμο δικαιούνται κάθε φορά οι εν ενεργεία βουλευτές, προσαυξανόμενη (η σύνταξη) ανάλογα με τα έτη βουλευτείας. Η δε διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, σύμφωνα με την οποία δεν έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού για την αύξηση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών και των μελών του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σε όσους «εξομοιώνονται μι- σθολογικά» με αυτούς, δεν καταλαμβάνει τους βουλευτές, καθόσον οι τελευταίοι δεν μπορεί να θεωρηθούν ως «μισθολογικά εξομοιούμενοι» με δικαστικούς λειτουργούς, δεδομένου ότι αφενός σε αυτούς καταβάλλεται αποζημίωση (όχι μισθός) και αφετέρου η διασύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές του Ανωτάτου Δικαστικού Λειτουργού, που στηρίζεται αποκλειστικά στη διατηρηθείσα σε ισχύ από 22.12.1964 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, αφορά στον προσδιορισμό και μόνον του ύψους αυτής. Αλλωστε, δεν θα μπορούσε ο κοινός νομοθέτης να αποσυνδέσει το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης από τις αποδοχές που προβλέπονται κάθε φορά για τους Προέδρους των Ανώτατων Δικαστηρίων, δοθέντος ότι, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του Συντάγματος, για τον καθορισμό του ύψους της βουλευτικής αποζημίωσης απαιτείται απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής και δεν αρκεί διάταξη τυπικού νόμου. Αντίθετο επιχείρημα δεν θα μπορούσε να αντληθεί, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 του Συντάγματος, καθόσον η αποδοχή της δυνατότητας τροποποίησης ή κατάργησης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ζ` Ψηφίσματος του 1975 με τυπικό νόμο, και όχι με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, θα είχε ως αποτέλεσμα την ευθεία αντίθεση της μεταβατικής αυτής διάταξη με την πάγια ρύθμιση του άρθρου 63 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. Ολομ. Ελ.Συν. 2250, 3861/2014, 1155/2015).
IV. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δίκασαν Τμήμα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η αναιρε- σίβλητη, χήρα αποβιώσαντος συνταξιούχου βουλευτή, με την 10695/1988 πράξη της 10ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους δικαιώθηκε βουλευτική σύνταξη κατά μεταβίβαση, πληρωτέα από 20.4.1988. Περαιτέρω, με αίτησή της προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, με τις οποίες αυξήθηκαν από 1.1.2008 οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, η αναιρεσίβλητη ζήτησε την αναπροσαρμογή της κατά μεταβίβαση σύνταξής της, από την ίδια ημερομηνία, με βάση το σύνολο των αποδοχών των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων. Η αίτησή της αυτή απορρίφθηκε, με την 93396/09/22.7.2009 πράξη του Διευθυντή της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις του ως άνω άρ¬θρου 57 του ν. 3691/2008 δεν εφαρμόζονται, σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου αυτού, σε όσους ε-ξομοιώνονται μισθολογικά με δικαστικούς λειτουργούς, γεγονός που συνεπάγεται, σε αντιδιαστολή με το άρθρο 7 παρ. 3 του προϊσχύσαντος ν. 2521/1997 για το ειδικό μισθολόγιο των δικαστικών λειτουργών, με το οποίο προβλεπόταν ότι «οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ζ` Ψηφίσματος της Βουλής του 1975 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του νόμου αυτού εφαρμόζονται στο ακέραιο από τη δημοσίευσή του», ότι τροποποιήθηκε, επιτρεπτώς κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος, ο υπολογισμός της μηνιαίας βουλευτικής αποζημίωσης. Έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της απορριπτικής αυτής πράξης, με την οποία ζήτησε την ακύρωσή της, έγινε δεκτή με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αναπέμφθηκε ο συνταξιοδοτικός της φάκελος στην αρμόδια Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, για να αναπροσαρμόσει, από 1.1.2008, την κατά μεταβίβαση βουλευτική σύνταξή της, σύμφωνα με τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων, ό¬πως αυτές καθορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008. Αυτά δεχθέν το δικάσαν Τμήμα δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των κρίσιμων διατάξεων, όπως αβασίμως υποστηρίζει με την ένδικη αίτησή του το Ελληνικό Δημόσιο, αφού, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, εφόσον με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008 αυξήθηκαν, από 1.1.2008, οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων, δικαιούνται και οι συνταξιούχοι βουλευτές αντίστοιχη κατΆ αύξηση αναπροσαρμογή της σύνταξής τους, από την ίδια ως άνω ημερομηνία, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ν.δ. 99/1974, όπως η τε¬λευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 1694/1987, σε συνδυασμό με τη διατηρηθείσα σε ισχύ από 22.12.1964 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής. Αβασίμως δε υποστηρίζεται με την έν¬δικη αίτηση ότι με την παρ. 12 του άρθρου 57 του ν. 3691/2008 τροποποιήθηκε επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Συντάγματος και το άρθρο 12 παρ. 2 του Ζ` Ψηφίσματος της Βουλής του 1975, ο υπολογισμός της βουλευτικής αποζημίωσης, για τον οποίον πλέον λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί με τις διατάξεις του ν. 2521/1997 και του ν. 3205/2003. Και τούτο, διότι οι διατάξεις του άρθρου 1 του ΖΆ Ψηφίσματος της Βουλής του 1975, με το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, που ελήφθη κατά την ΚΔ722.12.1964 Συνεδρίασή της και σύμφωνα με την οποία «η μηνιαία βουλευτική αποζημίωσις είναι ίση προς το σύνολον των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμε¬νων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού», μπορούν να τροποποιη¬θούν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 1 και 111 παρ. 2 του Συντάγματος, μόνο με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, και όχι με τυπικό νόμο. Ομοίως, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ό έτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, κατά το μέρος που δεν ερευνήθηκε ποια ήταν η καταβληθείσα στους εν ενεργεία βουλευτές αποζημίωση κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, καθόσον είναι νομικώς αδιάφορο εάν πράγματι κατα¬βλήθηκε στους εν ενεργεία βουλευτές αποζημίωση ανερχόμενη στο ύψος των συνολικών αποδοχών Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με το άρθρο 57 του ν. 3691/2008. Κρί¬σιμο εν προκειμένω είναι ότι, κατά το Σύνταγμα και τον νόμο, δεν έχει μεταβληθεί ούτε η διασύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως αυ¬τή έχει θεσπιστεί, στο πλαίσιο της αυτονομίας της Βουλής, με την απόφαση της Ολομέλειάς της που ελήφθη κατά την ΚΔ722.12.1964 Συνεδρίασή της, ούτε ο τρόπος υπολογισμού της βουλευτικής σύντα¬ξης, όπως αυτός έχει καθοριστεί με το ν.δ. 99/1974 (Ολ. Ελ,Συν. 1157,2942, 3407/2015).
V. Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
newpost

Δημοφιλεις αναρτησεις

ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ BLOGS

ΔΕΙΤΕ ΤΟ

inblogsgr news